κανονικός /ka.no.niˈkos/ Adjective

English
normal
Italiano
normale

Example

  • Είναι **φυσιολογικό** να νιώθεις ότι πνίγεσαι με τη νέα τεχνολογία.
  • It is perfectly normal to feel overwhelmed by new technology.
  • Εδώ το 'φυσιολογικό' τονίζει την ψυχολογική αποδοχή.