καριέρα /kaɾiˈeɾa/ Noun

English
career
Italiano
carriera

Example

  • Είχε μια μακρά και επιτυχημένη καριέρα στη διδασκαλία.
  • She has had a long and successful teaching career.
  • Η 'καριέρα' είναι ο πιο άμεσος δανεισμός και ο πιο συνηθισμένος.