καρπός /karˈpos/ Noun

English
wrist
Italiano
polso

Example

  • Φορούσε ένα χρυσό βραχιόλι στον [καρπό] της. (Κομψός καρπός / Αστραφτερός καρπός / Λεπτός καρπός)
  • She wore a gold bracelet on her wrist.
  • Η χρήση του 'βραχιόλι' (bracelet) είναι μαγνητική εδώ.