Καμπ (για αισθητική) / Κατασκήνωση (για τοποθεσία) /kæmp/ Noun
- English
- camp
- Italiano
- accampamento
Example
- Ας γυρίσουμε στην [κατασκήνωση] πριν σκοτεινιάσει.
- Let's return to camp before it gets dark.
- Η 'κατασκήνωση' είναι η πιο ζεστή επιλογή για διακοπές.