Κατάθεση /kaˈtaθesi/ NounEnglishtestimonyItalianotestimonianzaExampleΗ κριτική επιτροπή άκουσε προσεκτικά την [κατάθεση] του μάρτυρα.The jury listened carefully to the witness's testimony.Στα δικαστήρια, το 'κατάθεση' είναι το πιο ακριβές.