Μαρτυρώ /mar.tiˈro/ Ρήμα
- English
- testify
- Italiano
- testimoniare
Example
- Κλήθηκε να **καταθέσει** (μαρτυρώ / δίνω ένορκη κατάθεση / βεβαιώνω) στη δίκη για τη δολοφονία.
- She was called to testify in the murder trial.
- Στο δικαστήριο, το 'καταθέτω' είναι ο πιο φυσικός όρος.