αγνός /aˈɣnos/ Επίθετο

English
pure
Italiano
puro

Example

  • Το δαχτυλίδι είναι φτιαγμένο από **καθαρό** χρυσό.
  • The ring is made of pure gold.
  • Εδώ τονίζουμε την έλλειψη κράματος.