Κάθετος Τομέας /ceˈveːtɪkos/ Adjective
- English
- vertical
- Italiano
- verticale
Example
- Η γραφική παράσταση δείχνει μια **κάθετη** αύξηση στις πωλήσεις.
- The graph shows a vertical increase in sales.
- Εδώ το 'κάθετη' είναι ο πιο συνηθισμένος όρος για γραφήματα.