καθησυχάζω /riːəˈʃʊər/ Ρήμα

English
reassure
Italiano
rassicurare

Example

  • Προσπάθησε να την [καθησυχάσει] (παρηγορώ / δώσω κουράγιο / μιλήσω γλυκά) ότι η πτήση θα ήταν ομαλή.
  • He tried to reassure her that the flight would be smooth.
  • Το «καθησυχάζω» είναι η πιο άμεση και ζεστή επιλογή εδώ.