κάθοδος /ˈka.θo.si/ Noun
- English
- descent
- Italiano
- discesa
Example
- Ο πιλότος ετοίμασε την [κάθοδος — τελική προσέγγιση/κατάβαση/υποχώρηση] — της τελικής προσέγγισης.
- The pilot prepared for the final descent.
- Στην αεροπορία, το 'τελική προσέγγιση' είναι πιο ακριβές.