Κάτοικος /ˈka.ti.kos/ Adjective
- English
- resident
- Italiano
- abitante / dimorante
Example
- Ο αριθμός των **διαμενόντων** κατοίκων αυξήθηκε κατά 5%.
- The town’s resident population grew by 5%.
- Εδώ το 'διαμένων' λειτουργεί ως επίθετο που περιγράφει τον πληθυσμό.