κερί /ceˈri/ NounEnglishcandleItalianocandelaExampleΆναψε ένα αρωματικό [κερί] για να χαλαρώσεις.She lit a scented candle to relax.Το «αρωματικό» (scented) είναι πολύ δημοφιλές στα σπίτια σήμερα.