κωμικός /ko̞miˈkos/ Adjective

English
comic
Italiano
fumetto / comico

Example

  • Η κατάσταση πήρε μια [κωμική] τροπή όταν έσβησαν τα φώτα.
  • The situation took a comic turn when the lights went out.
  • Εδώ το 'κωμική' τονίζει την αστεία πτυχή της αναποδιάς.