Κατοχή /kaˈtoçi/ Noun

English
possession
Italiano
possesso

Example

  • Στους κρατούμενους δεν επιτρεπόταν κανένα προσωπικό [κτήμα] (ιδιοκτησία / περιουσία / αγαθό).
  • Prisoners were allowed no personal possessions.
  • Το 'κτήμα' εδώ είναι πιο επίσημο από το 'πράγμα'.