κυριαρχώ /kʲiɾaɾˈxo/ Verb
- English
- dominate
- Italiano
- dominare
Example
- Η ομάδα μας [κυριάρχησε] (επικράτησε / υπερίσχυσε / έσπασε τα κοντέρ) στο δεύτερο ημίχρονο του αγώνα.
- The team dominated the second half of the game.
- Εδώ το 'κυριαρχώ' είναι η πιο φυσική επιλογή για αθλητικό πλαίσιο.