κυρίως /ciˈri.os/ Adverb
- English
- predominantly
- Italiano
- prevalentemente
Example
- Ο πληθυσμός είναι **κυρίως** νέος. (Ο πληθυσμός είναι **επί το πλείστον** νέος / **κατά κύριο λόγο** νέος)
- The population is predominantly young.
- Το 'κυρίως' είναι το πιο άμεσο και καθημερινό.