ΚΥΡΩΣΗ / ΕΠΙΚΥΡΩΣΗ /kiˈrosi/ Noun
- English
- sanction
- Italiano
- sanzione
Example
- Οι εμπορικές **κυρώσεις** (απαγόρευση / περιορισμός / εμπάργκο) επιβλήθηκαν σε κάθε χώρα που αρνήθηκε να υπογράψει τη συμφωνία.
- Trade sanctions were imposed against any country that refused to sign the agreement.
- Εδώ εννοούμε τα οικονομικά μέτρα, όχι την έγκριση.