Εξαιρετικός /eɡzɛrɛˈtikos/ Adjective

English
brilliant
Italiano
geniale

Example

  • Τι [λαμπρή] ιδέα για τη νέα εφαρμογή! (Ευφυής / Φωτεινή / Εξαιρετική) — Η ιδέα σου είναι πραγματικά 'φωτεινή'.
  • What a brilliant idea for the new app!
  • Εδώ τονίζεται η πρωτοτυπία και η καθαρότητα της σκέψης.