λιμάνι /ˈhɑːrbər/ NounEnglishharbourItalianorifugioExampleΠολλά σκάφη αγκυροβόλησαν στο [λιμάνι] σαν να ήταν σε γαλήνια αγκαλιά.Several boats lay at anchor in the harbour.Το 'λιμάνι' είναι η πιο ζεστή, καθημερινή λέξη.