Λιμάνι /liˈmanʲi/ Noun
- English
- port
- Italiano
- porto
Example
- Το πλοίο εμπορευματοκιβωτίων περιμένει να εισέλθει στο [λιμάνι] — η [αγκυροβόληση] / η [επίσχεση] / το [πέρασμα].
- The container ship is waiting to enter the port.
- Το 'λιμάνι' είναι η πιο άμεση και συνηθισμένη λέξη.