Λόμπι /ˈlɔbi/ Noun

English
lobby
Italiano
atrio / gruppo di pressione

Example

  • Το [Λόμπι] (Υποδοχή / Προθάλαμος) του ξενοδοχείου ήταν στολισμένο για τις γιορτές.
  • The hotel lobby was decorated for the holidays.
  • Το 'Λόμπι' είναι η πιο συχνή επιλογή, ακόμα και σε επίσημες περιγραφές.