Μαραθώνιος /maɾaˈθonios/ Noun

English
marathon
Italiano
maratona

Example

  • Ο [μαραθώνιος] (Αγώνας / Δρόμος / Πορεία) του Λονδίνου προσελκύει χιλιάδες δρομείς.
  • The London marathon attracts thousands of runners.
  • Το 'μαραθώνιος' εδώ είναι ο αγώνας.