μαθηματικός /maθimatiˈkos/ Adjective

English
mathematical
Italiano
matematico

Example

  • Η ομάδα χρησιμοποίησε **μαθηματικά** μοντέλα για να προβλέψει την αγορά.
  • The team used mathematical models to forecast the market.
  • Εδώ το 'μαθηματικά' λειτουργεί ως επιρρηματικός προσδιορισμός, αλλά η ρίζα είναι το επίθετο.