Μάθημα /maˈθima/ Noun
- English
- lesson
- Italiano
- lezione
Example
- Κάνει μαθήματα πιάνου κάθε απόγευμα. (Κάνει [παράδοση] / [διδασκαλία] / [μάθημα] πιάνου κάθε απόγευμα.)
- She gives piano lessons every afternoon.
- Το 'κάνει' είναι πιο φυσικό από το 'παραδίδει' εδώ.