Μάτι /ˈma.ti/ Noun

English
eye
Italiano
occhio

Example

  • Ο ύποπτος έχει σκούρα μαλλιά και πράσινα μάτια (βλέμμα / όψη / εμφάνιση) — του ατόμου.
  • The suspect has dark hair and green eyes.
  • Στα ελληνικά, το χρώμα των ματιών είναι βασικό στοιχείο περιγραφής.