μειώνω /miˈono/ Noun

English
decrease
Italiano
diminuire / diminuzione

Example

  • Υπήρξε σημαντική μείωση των πωλήσεων αυτό το τρίμηνο.
  • There was a significant decrease in sales this quarter.
  • Η 'μείωση' είναι ο πιο ουδέτερος και συχνός όρος για οικονομικά/στατιστικά.