παραμένω /paraˈmeːno/ Verb
- English
- remain
- Italiano
- rimanere
Example
- Το δωμάτιο έμεινε κρύο όλη τη νύχτα. (Μένω/Παραμένω — του κρύου)
- The room remained cold all night.
- Εδώ χρησιμοποιούμε το τέλειο (έμεινε) για να δηλώσουμε το αποτέλεσμα της παραμονής στο κρύο.