Μερικός /merˈikos/ Adjective
- English
- partial
- Italiano
- parziale
Example
- Η ομάδα πέτυχε **μερική** νίκη στις διαπραγματεύσεις. (Αποσπασματική / Μερική / Ολοκληρωτική)
- The team achieved a partial victory in the negotiations.
- Το 'μερική' εδώ τονίζει ότι δεν επιτεύχθηκε ο πλήρης στόχος.