Μέσο /ˈme.so/ Noun

English
means
Italiano
mezzi

Example

  • Το email είναι ένα εξαιρετικά αποτελεσματικό [μέσο] επικοινωνίας.
  • Email is a highly effective means of communication.
  • Εδώ το 'μέσο' είναι ουδέτερο και λειτουργεί ως μέθοδος.