μετάλλιο /meˈtaʎo/ Noun

English
medal
Italiano
medaglia

Example

  • Με περηφάνια κατέδειξε το χρυσό της **μετάλλιο**.
  • She proudly displayed her gold medal.
  • Η λέξη 'κατέδειξε' (displayed) δίνει έμφαση στην προβολή του επιτεύγματος.