μετριοπαθής / μέτριος /me.tri.o.pa.θís/ Επίθετο

English
moderate
Italiano
misurato

Example

  • Το ξενοδοχείο έχει [μέτρια] τιμή.
  • The hotel is at a moderate price.
  • Εδώ το 'μέτριος' είναι η πιο φυσική επιλογή για κόστος.