μηχανισμός /mi.çi.aˈniz.mos/ Noun
- English
- mechanism
- Italiano
- meccanismo
Example
- Ο [μηχανισμός] (δομή / λειτουργία / τρόπος) του ρολογιού είναι απίστευτα λεπτός.
- The watch mechanism is incredibly delicate.
- Εδώ τονίζουμε την εσωτερική, τεχνική διάταξη.