μισθός /weɪdʒ/ Noun

English
wage
Italiano
paga

Example

  • Παίρνει έναν αξιοπρεπή [μισθό] δουλεύοντας στη startup τεχνολογίας.
  • She earns a decent wage working at the tech startup.
  • Ο μισθός είναι το βασικό, σταθερό ποσό.