μοναχικός /monaˈksikos/ Επίθετο

English
lonely
Italiano
solitario/a (o sentirsi solo/a)

Example

  • Ζει μόνη της και συχνά νιώθει **μοναχική**.
  • She lives alone and often feels lonely.
  • Το 'μοναχική' εδώ τονίζει το συναίσθημα, όχι μόνο την κατάσταση.