Μονοπώλιο /mo.noˈpo.li.o/ Noun

English
monopoly
Italiano
monopolio

Example

  • Η κρατική επιχείρηση **μονοπωλίου** είχε το μονοπώλιο στην ηλεκτρική ενέργεια.
  • The state-owned utility had a monopoly on electricity.
  • Εδώ το 'μονοπώλιο' λειτουργεί ως επίθετο (μονοπωλιακή θέση).