ναός /naˈos/ Noun
- English
- temple
- Italiano
- tempio
Example
- Ο [ναός] (ναός / ιερό / τέμενος) της Αθηνάς στην Ακρόπολη είναι παγκόσμιο σύμβολο.
- The Temple of Diana at Ephesus was a wonder of the ancient world.
- Η αναφορά στην Ακρόπολη δίνει άμεση πολιτιστική σύνδεση.