Έγκυρος /ˈeɟiros/ Εύλογος
- English
- legitimate
- Italiano
- legittimo
Example
- Η εταιρεία έχει **νόμιμη** αξίωση στην περιουσία. (Δικαιολογημένη / Θεμιτή / Εύλογη — της ιδιοκτησίας)
- The company has a legitimate claim to the property.
- Εδώ τονίζεται η νομική βάση.