Καθηγητής /ka.θi.jiˈtis/ Noun
- English
- professor
- Italiano
- professore
Example
- Ο καθηγητής Παπαδόπουλος είναι ειδικός στην κλιματική επιστήμη.
- Professor Williams is an expert in climate science.
- Χρησιμοποιούμε το 'ειδικός' για να δείξουμε την εξειδίκευση.