όπερα /oˈpera/ Noun
- English
- opera
- Italiano
- opera lirica
Example
- Οι όπερες του Πουτσίνι **αποτελούν** (μελοδραματική παράσταση / λυρικό δράμα / μουσικό θέαμα) παγκοσμίως.
- Puccini’s operas are world-renowned.
- Η χρήση του ρήματος 'αποτελούν' δίνει έναν πιο επίσημο τόνο.