διοργανωτής /ði.oɾ.ɣa.niˈzo.tis/ Noun

English
organizer
Italiano
organizzatore

Example

  • Οι **επιμελητές** (οργανωτής / σχεδιαστής / επιμελητής) του φεστιβάλ αναμένουν ρεκόρ προσέλευσης.
  • The organizers of the festival expect a record turnout.
  • Εδώ το 'επιμελητής' δίνει μια πιο καλλιτεχνική/πολιτιστική χροιά.