ώριμος /ˈo.ri.mos/ Adjective

English
mature
Italiano
maturo/a

Example

  • Η Ελένη είναι πολύ ώριμη για την ηλικία της. [Σοφή / Σκεπτόμενη / Υπεύθυνη] — of: Jane is very mature for her age.
  • Jane is very mature for her age.
  • Εδώ τονίζεται η ψυχική ωριμότητα, όχι η βιολογική.