Ποσόστωση /posó̱stosi/ Noun
- English
- quota
- Italiano
- contingente
Example
- Η χώρα έχει αυστηρή **ποσόστωση** εισαγωγών σιτηρών. (Το **μερίδιο** εισαγωγής είναι αυστηρό.)
- The country has a strict import quota on grain.
- Το 'ποσόστωση' είναι το πιο άμεσο, αλλά το 'μερίδιο' είναι πιο ζεστό.