Όρος /ˈoɾos/ Noun

English
term
Italiano
termine

Example

  • Αυτός είναι ένας τεχνικός όρος που χρησιμοποιείται στη μηχανολογία.
  • This is a technical term used in engineering.
  • Η λέξη 'όρος' είναι η πιο ουδέτερη επιλογή εδώ.