πακέτο /paˈkɛto/ Noun

English
package
Italiano
pacchetto

Example

  • Ένα μεγάλο πακέτο έφτασε για σένα. (Η δέσμη / Το δέμα / Η αποστολή)
  • A large package has arrived for you.
  • Το 'πακέτο' είναι η πιο κοινή, καθημερινή λέξη.