πρώην /ˈpɾiːn/ Adverb
- English
- formerly
- Italiano
- un tempo
Example
- Το ξενοδοχείο, **παλαιότερα** (άλλοτε / πάλαι), ήταν ιδιωτική έπαυλη.
- The hotel was formerly a private mansion.
- Το «παλαιότερα» ταιριάζει τέλεια με την αλλαγή κατάστασης (mansion -> hotel).