παλιός /paˈʎos/ Adjective

English
old
Italiano
vecchio

Example

  • Το μωρό ήταν μόλις λίγων ωρών [παλιό/νέο].
  • The baby was only a few hours old.
  • Στα ελληνικά, για βρέφη χρησιμοποιούμε συχνά 'λίγων ωρών' ή 'νεογέννητο'.