πανελλαδικός /panelathikós/ ΕθνικόςEnglishnationwideItalianoa livello nazionaleExampleΜια πανελλαδική εκστρατεία για την προώθηση υγιεινής διατροφής.A nationwide campaign to promote healthy eating.Το 'πανελλαδική' τονίζει την έκταση.