πάντα /ˈpan.da/ Adverb

English
always
Italiano
sempre

Example

  • Υπάρχει σχεδόν πάντα κάποιος στο σπίτι τα απογεύματα.
  • There's almost always somebody at home in the evenings.
  • Η ελληνική φιλοξενία συχνά υπονοεί ότι το σπίτι είναι ανοιχτό.