παπούτσι /paˈput͡si/ Noun

English
shoe
Italiano
scarpa

Example

  • Έδεσε το [παπούτσι] (κορδόνι / λουράκι / θηλιά) πριν τον αγώνα.
  • She tied her shoe before the race.
  • Η πράξη του δέσιμου είναι κρίσιμη πριν τη δράση.