Πάρκο /ˈpar.ko/ Ουσιαστικό

English
park
Italiano
parco

Example

  • Τα παιδιά παίζουν στο [το πάρκο] — στο [Άλσος] / στο [Πράσινο] / στο [Κήπο].
  • The children are playing in the park.
  • Το 'πάρκο' είναι η πιο κοινή, δανεική λέξη.